Τίτλος: ΚΑΣΤΡΟ ΧΩΡΑΣ ΝΑΞΟΥ

Tο Κάστρο της Χώρας Νάξου βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα του νησιού σε χαμηλό λόφο κοντά στην θάλασσα. Από την θέση του ελέγχει το λιμάνι μπροστά του και την Β είσοδο του στενού της Παροναξίας, ενώ έχει οπτική επαφή με το φρούριο του Βριοκάστρου στην νησίδα ΒΑ της Πάρου. Προς τα Δ το Κάστρο ελέγχει τις εύφορες εκτάσεις του νησιού. 

Tο Κάστρο καταλαμβάνει την κορυφή του λόφου, στην θέση της αρχαίας ακρόπολης. Στο ΒΔ τμήμα του λόφου και σε άμεση συνέχεια με το Κάστρο από τον 14ο αιώνα και μετά αναπτύσσεται ο Μπούργος, που αποτελεί επίσης τειχισμένη περιοχή. Η μεσαιωνική πόλη της Νάξου, λοιπόν, διαμορφώνεται ως σύνολο Κάστρου – Μπούργου εντός των οχυρώσεών τους, καταλαμβάνοντας συνολική έκταση 46.400 τ.μ. και τείχη συνολικού μήκους 1.140 μ.

H σημερινή μορφή του Κάστρου της Νάξου είναι αποτέλεσμα διαχρονικών προσθηκών και επεμβάσεων, με σημαντικότερη την αλλοίωση που συντελέστηκε από τον 17ο αιώνα και μετά από τα δυτικά θρησκευτικά τάγματα των Ιησουιτών και των Ουρσουλινών που κατεδάφισαν οικοδομικά τετράγωνα, κατάργησαν οδικά δίκτυα και ανέγειραν κτήρια εκτός κλίμακας του Κάστρου. Σήμερα όμως μέσα από την συστηματική αρχαιολογική έρευνα και την μελέτη των ορατών καταλοίπων του Κάστρου είναι δυνατόν να ανασυντεθούν τα όρια και η μορφή του. Το Κάστρο έχει κάτοψη ακανόνιστου πεντάγωνου καταλαμβάνοντας επιφάνεια 14.650 τ.μ., ενώ η περίμετρος των τειχών του ανέρχεται στα 675 μ. Το περίγραμμά του προσαρμόζεται στο φυσικό ανάγλυφο, ώστε να μην είναι απαραίτητη η κατασκευή περιμετρικής τάφρου. Την Α πλευρά του ωστόσο διατρέχει μικρός χείμαρρος που απολήγει στην θάλασσα, ενώ υπάρχει και μία αδόμητη ζώνη περιμετρικά των τειχών για αμυντικούς λόγους, ώστε να είναι εφικτή η κατόπτευση του εχθρού από τους αμυνόμενους, η οποία σήμερα αναγνωρίζεται ως δρόμος στην Α, Δ και Ν πλευρά του λόφου. 

Tο Κάστρο οχυρώνεται από απλό περίβολο που ενισχύεται με δώδεκα πύργους, ή δεκαέξι κατά τον Ορέστη Βαβατσιούλα, και με οξυγώνιες απολήξεις – οδοντώσεις. Ο περίβολος διατρυπάται σε τρία σημεία διαμορφώνοντας πύλες εισόδου, με κύρια την Τρανή Πύλη (ή Πόρτα;) στα ΒΔ, και δευτερεύουσες το Παραπόρτι στα ΝΔ (σημερινή πλατεία Πραντούνα) και μία μικρότερη πυλίδα στα ΒΑ, αρκετά όψιμες χρονολογικά. Στο κεντρικό και υψηλότερο σημείο του Κάστρου ορθώνεται τετράγωνος πύργος, ερειπωμένος σήμερα. Το εσωτερικό του διαρθρώνεται πολεοδομικά από δύο δακτυλίους με κτίσματα, με τον εξωτερικό να περιλαμβάνει μεταγενέστερες οικίες που εφάπτονται στον οχυρωματικό περίβολο και οι οποίες σε όψιμη περίοδο επεκτάθηκαν και πέραν αυτού, ενσωματώνοντάς τον στο εσωτερικό τους.  Είναι ευρέως αποδεκτή η άποψη ότι το Κάστρο χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα, με την ίδρυση του Δουκάτου του Αιγαίου Πελάγους ή του Αρχιπελάγους από τον Βενετό Μάρκο Σανούδο. Αρκετά στοιχεία ωστόσο συγκλίνουν στην υπόθεση της ύπαρξης της αρχαίας ακρόπολης στο σημείο, η οποία πιθανώς ανοικοδομήθηκε κατά την βυζαντινή περίοδο, για να αναδιαμορφωθεί ριζικά από τους Βενετούς τον 13ο αιώνα.

Tα τείχη του Κάστρου εδράζονται στον φυσικό βράχο και υψώνονται κατακόρυφα με ελαφρά κλίση στην βάση τους, ως ενίσχυση και όχι ως διαμόρφωση σκάρπας. Το αρχικό ύψος τους δεν είναι δυνατόν προσδιοριστεί λόγω των διαρκών μετασκευών και προσθηκών. Το πάχος των τειχών κυμαίνεται από 1,20 έως 1,80 μ., με επικρατέστερη διάσταση τα 1,60  μ. Στα ανώτερα τμήματά τους, όπου αυτά διατηρούνται αναλλοίωτα, τα ανοίγματα είναι λιγοστά και μικρά, τα οποία διευρύνονται εσωτερικά. Η ΝΔ πλευρά του Κάστρου που βρίσκεται στην πλέον απότομη πλαγιά του λόφου, όπως δηλώνει και το τοπωνύμιο Φάραγγας για την περιοχή, παρουσιάζει μικρότερο πάχος στα τείχη, π. 1,10 με 1,20 μ., ενώ ήταν διαρκής η ανάγκη αντιστήριξής της με αναλημματικούς τοίχους. Η ύπαρξη περιδρόμου είναι πιθανή, ο μη ακριβής εντοπισμός του όμως αποτελεί ένδειξη του διαρκούς μετασχηματισμού του Κάστρου. 

H κατανομή των πύργων στον οχυρωματικό περίβολο κρίνεται ικανοποιητική, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζουν αποκλίσεις ως προς τις μεταξύ τους αποστάσεις, αλλά και ως προς το μέγεθος και την μορφή τους. Είναι πιθανόν επίσης να μην αποτελούν όλοι οι πύργοι σύγχρονες κατασκευές. Στο σύνολό τους προεξέχουν της οχυρωματικής γραμμής και στην πλειονότητά τους είναι ορθογωνικής κάτοψης, ενώ κυκλικός είναι μόνο ο Πύργος Crispi ή Γλέζου στα ΒΔ, δίπλα στην Τρανή Πύλη. Έχουν εντοπιστεί και δύο πυργοειδείς οξυγώνιες οδοντώσεις στο Β τμήμα του περιβόλου, σήμερα πλήρως ενσωματωμένες σε νεώτερες κατασκευές. 

Oι ορθογωνικοί πύργοι έχουν στην πλειονότητά τους εξωτερικό μέτωπο που κυμαίνεται από 6 έως 8μ., ενώ το πάχος των τοίχων τους φθάνει τα 1,60 με 1,80μ. Εξαίρεση αποτελούν στα Α ο πύργος του Δουκικού Παρεκκλησίου (Capella Casazza), ο επόμενος στα Ν, σήμερα πλήρως ενσωματωμένος κάτω από το κτήριο της Μονής των Ουρσουλινών, και ο ισχυρός πύργος στην Δ κάλυψη της Τρανής Πύλης, οι οποίοι έχουν εξωτερικό μέτωπο 9 με 10μ. και το πάχος των τοίχων τους είναι μεγαλύτερο από 1,60μ. και ανέρχεται έως τα 2 με 2,40μ. Τα μεταπύργια διαστήματα εκτείνονται κατά μέσο όρο στα 20 με 26μ., στοιχείο αναμενόμενο για την αμυντική τεχνολογία που στηρίζεται στα όπλα κρουστικής δύναμης και δεν έχει ακόμη εξελιχθεί στο προμαχωνικό σύστημα. Οι πύργοι αυτοί, παρά την ανομοιομορφία τους, τουλάχιστον στα χαμηλότερα τμήματά τους φαίνεται ότι αποτελούσαν σύγχρονες μεταξύ τους και με τα τείχη κατασκευές. Η αναδιαμόρφωση του Κάστρου από τους Βενετούς θα πρέπει να ύψωσε κατά ένα τουλάχιστον όροφο τους αρχικούς πύργους του.

O Πύργος Crispi ή Γλέζου ή Απεραθίτισσας, ο μόνος κυκλικός πύργος, αποτελεί ευμεγέθη κατασκευή, η οποία έχει ενσωματωθεί σε μεγάλων διαστάσεων οικία στον εξωτερικό δακτύλιο του Κάστρου. Η εξωτερική διάμετρος του πύργου ανέρχεται στα 6,80μ., ενώ το πάχος των τοίχων του φθάνει τα 1,60μ. Η βάση του εξωτερικά διαμορφώνεται με σκάρπα, η οποία οριοθετείται σαφώς με λίθινη διακοσμητική ζώνη – cordone. Το συγκρότημα πύργου και οικίας διαθέτει δύο κυρίως επίπεδα, με ισόγειο και βοηθητικούς χώρους. H κύρια είσοδος είναι προσβάσιμη μέσω μεταγενέστερης κλίμακας που βρίσκεται στο υπερυψωμένο τμήμα του εσωτερικού δρόμου αμέσως μετά το διαβατικό της Τρανής Πύλης. Οι δευτερεύοντες χώροι του πύργου έχουν ανεξάρτητες εισόδους που βρίσκονται και αυτές στο εσωτερικό του περιμετρικού δακτυλίου. Οι εσωτερικές κλίμακες οι οποίες εξασφαλίζουν την εσωτερική επικοινωνία των χώρων είναι κατασκευασμένες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Στο υπόγειο του πύργου υπάρχει κινστέρνα που στεγάζεται με ημισφαιρικό θόλο. Το συγκρότημα αποτέλεσε το παλάτι των Κρίσπι, της δεύτερης δουκικής οικογένειας της Νάξου (1383–1566), όπως δηλώνει και το οικόσημό τους στο υπέρθυρο της εσωτερικής εισόδου που οδηγεί από τον προθάλαμο στην κύρια αίθουσα στον πρώτο όροφο του πύργου. Η αίθουσα αυτή είναι η μεγαλύτερη του Κάστρου, όπως φαίνεται στις διαστάσεις της, 17x4,80μ. και στο ύψος της που ανέρχεται στα 4,90μ., επιβεβαιώνοντας και την σημασία του κτηρίου. Η κυκλική μορφή, η διαμόρφωση σκάρπας και cordone στην βάση του Πύργου αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία του, τα οποία τον διαφοροποιούν από τους υπόλοιπους πύργους και συνηγορούν σε μεταγενέστερη κατασκευή του, μετά την αναδιαμόρφωση του Κάστρου από τους Βενετούς, εδραζόμενης ίσως σε παλαιότερη αμυντική κατασκευή.

Oι τοιχοποιίες στον οχυρωματικό περίβολο και στους πύργους ποικίλλουν ως προς τον τρόπο δόμησής τους. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε βρέθηκε κατά κύριο λόγο επί τόπου και αποτελείται από μεγάλους γρανιτοειδείς ή μαρμάρινους δόμους, αλλά και από αρχαίο δομικό υλικό σε δεύτερη χρήση, ενώ συχνή είναι και η παρουσία ημικατεργασμένων ή αργών λίθων, οι οποίοι συναρμόζονται με υδραυλικό κονίαμα, κτισμένοι σε οριζόντιες στρώσεις, ελαφρώς άνισες ως προς το ύψος. Οι γωνίες του περιβόλου και των πύργων διαμορφώνονται από επιμήκεις μαρμάρινους δόμους, πολλοί εκ των οποίων αποτελούν αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση. Η ανομοιομορφία που παρατηρείται στον τρόπο δόμησης επιβεβαιώνει τις πολλαπλές επισκευές και ανακατασκευές του Κάστρου, όπως τεκμηριώνεται και στις ιστορικές πηγές. Εκσυγχρονισμός του Κάστρου προκειμένου να παρακολουθήσει το νέο αμυντικό σύστημα των προμαχώνων από τον 14ο αιώνα και μετά δεν φαίνεται να υπήρξε, όπως είδαμε και στα μεταπύργια διαστήματα, μολονότι έχει προταθεί ότι κάποιοι αδόμητοι ή διευρυμένοι χώροι εντός του Κάστρου θα πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν για την χρήση πυροβόλων.

H κύρια πύλη εισόδου στο Κάστρο, η Τρανή Πύλη, βρίσκεται στην ΒΔ και πιο ομαλή πλευρά του λόφου, στην οποία καταλήγει ο συντομότερος δρόμος από το λιμάνι, και από τον Μπούργο. Για την καλύτερη θωράκισή της η πύλη διευθετείται σε εσοχή του οχυρωματικού περιβόλου, ώστε εκατέρωθεν να προβάλλουν οι  πύργοι που την καλύπτουν, ο πύργος Crispi  στα Β και ο ισχυρός ορθογωνικός πύργος στα Δ. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή προστασία, καθώς ο επιτιθέμενος βάλλεται τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά κατά την προσέγγιση της πύλης. Τα κατάλοιπα μαρμάρινου πρόπυλου προς τον Μπούργο μπορούν να αξιολογηθούν ως προτείχισμα που προστάτευε την Τρανή Πύλη (??). Από τον 14ο αιώνα η Τρανή Πύλη προφυλασσόταν επιπλέον μέσα από ένα σύνθετο αμυντικό σύστημα που σχημάτιζαν οι δακτύλιοι των οικιών του Μπούργου. 

Tο άνοιγμα της Πύλης έχει πλάτος 1,38μ. και το ύψος της ανέρχεται στα 2,40μ. Εσωτερικά έχει την μορφή θολωτού διαβατικού, με τον όροφο να καταλαμβάνεται από οικία. Το μέτωπο του τόξου της καμάρας του διαβατικού είναι οξυκόρυφο και έχει επιμελημένη μορφή, καθώς σχηματίζεται από καλολαξευμένους μαρμάρινους θολίτες σε δεύτερη χρήση, ενώ μαρμάρινο είναι και το κατώφλι της πύλης. Εσωτερικά στην Α παρειά του θυρώματος διακρίνεται η μαρμάρινη υποδοχή του στροφέα της αρχικής θύρας. Η ασφάλισή της επιτυγχανόταν με συρόμενη ξύλινη δοκό, ενώ δεν εντοπίστηκαν ίχνη καταφραγής. Μοναδικό στοιχείο στην πύλη είναι η χαραγμένη μονάδα μέτρησης του βενετικού πήχεως (0,83μ.) στο κατώτερο τμήμα της Δ παραστάδας του περιθυρώματός της, στοιχείο που φανερώνει τις εμπορικές δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα εντός του Κάστρου. Τα μορφολογικά και κατασκευαστικά γνωρίσματα της πύλης συνηγορούν στην χρονολόγησή της κατά την βενετική περίοδο, ωστόσο είναι πιθανόν τότε να μετασκευάστηκε, ώστε να προσαρμοστεί στην προβολή και την επίδειξη της δύναμης του Δουκάτου που συστήθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα.

H δεύτερη πύλη εισόδου στο Κάστρο, το Παραπόρτι, βρίσκεται στην ΝΔ και απότομη πλευρά του λόφου του Κάστρου, στον λεγόμενο «Φάραγγα», που παρουσιάζει υψομετρική διαφορά στο έδαφος, εκεί όπου καταλήγει ο δρόμος προς το εσωτερικό του νησιού. Το Παραπόρτι εντοπίζεται στο μεταπύργιο διάστημα μεταξύ δύο ορθογώνιων πύργων της Ν πλευράς, οι οποίοι προφανώς λειτουργούσαν για την κάλυψή του. Η πύλη μορφολογικά και κατασκευαστικά ακολουθεί την Τρανή Πύλη, είναι ωστόσο λιγότερο επιμελημένη από αυτήν. Το άνοιγμά της έχει πλάτος 1,48μ. και το ύψος ανέρχεται στα 3,50μ., στοιχείο που δηλώνει την χρήση της από τροχήλατα και έφιππους. Εσωτερικά διαμορφώνεται ως θολωτό διαβατικό, με τον όροφο να αποτελεί οικία. Το μέτωπο του τόξου του διαβατικού σχηματίζεται από μαρμάρινα μέλη σε δεύτερη χρήση, κατά αναλογία με την Τρανή Πύλη. Η μεταγενέστερη κατασκευή προπύλου, για την καλύτερη κάλυψη της πύλης, υποβάθμισε τον εκ δεξιών πύργο της. Το πρόπυλο πλαισιώνει τον ανηφορικό δρόμο που τρέχει παράλληλα με τον οχυρωματικό περίβολο και λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους αρχικά είναι διώροφο και κατά την είσοδο στο Κάστρο γίνεται μονώροφο. Στεγάζεται από οξυκόρυφα τόξα με επιμελημένους λαξευτούς ψαμμιτικούς θολίτες. Το Παραπόρτι, ως θέση και ως ονομασία της δεύτερης πύλης, απαντά στις ιστορικές πηγές από το 1690 στο περιηγητικό κείμενο του Βενετού Vincenzo Coronelli. 

Tρίτη μικρότερη πύλη εισόδου, το «paraporti nuovo/ νέο παραπόρτι», έχει εντοπιστεί στην ΒΑ πλευρά του Κάστρου. Ο Ορέστης Βαβατσιούλας αναγνώρισε παραπλεύρως της πυλίδας τα κατάλοιπα προεξέχοντος πύργου, σήμερα κατεστραμμένου. Το άνοιγμα της πύλης αυτής ανερχόταν στα 1,80μ. Πρόκειται για ύστερο χρονικά άνοιγμα στο τείχος, που οι πηγές ταυτίζουν με αυτό που δημιουργήθηκε μετά τα μέσα του 16ου αιώνα για την εξυπηρέτηση του Francesco Coronello, ο οποίος εκτελούσε χρέη δούκα ως τοποτηρητής του Ιωσήφ Νάζη, διοικητή ορισμένων νησιών του Αιγαίου Πελάγους μετά την οθωμανική κατάκτηση. 

Mικρότερες πύλες, παραπόρτια, ανοίχθηκαν στις οικίες που κτίστηκαν σε επαφή με τον οχυρωματικό περίβολο από τα μέσα του 17ου αιώνα. Πρόκειται για μικρά ανοίγματα που εξυπηρετούσαν την αμεσότερη επικοινωνία των κατοίκων με τον Μπούργο.

Στο κέντρο και υψηλότερο σημείο του Κάστρου δεσπόζει ο Κεντρικός Πύργος ή Πύργος του Σανούδου, όπως λέγεται. Η προνομιακή θέση του εξασφάλιζε εποπτεία στο λιμάνι και στο εσωτερικό του νησιού. Το κτίσμα σήμερα είναι ερειπωμένο, διατηρείται το ισόγειο και ο πρώτος όροφος σε ύψος 7,30μ., ενώ έχει αποτμηθεί η ΒΑ γωνία του. 

Ο Πύργος είναι τετράγωνης κάτοψης με πλευρά μήκους 17,60μ. και το αρχικό ύψος του υπολογίζεται περί τα 30μ. Το πάχος των τοίχων του είναι π. 2,64μ. Εδράζεται σε ευθυντηρία, που διακρίνεται ακόμη και σήμερα. Χαρακτηριστική είναι η επιμελημένη και ιδιαίτερης ακρίβειας κατασκευή του, όπου στο κατώτερο τμήμα του χρησιμοποιούνται μαρμάρινοι επιμήκεις δόμοι, πολλοί εκ των οποίων σε δεύτερη χρήση, και στο ανώτερο οι τοιχοποιίες αποτελούνται από εναλλαγή μαρμάρινων, γρανιτένιων και αργών λίθων συναρμοσμένων με υδραυλικό κονίαμα, δομημένων κατά το δυνατόν σε οριζόντιες στρώσεις. Στα σωζόμενα και χαμηλότερα επίπεδα του Πύργου διαμορφωνόταν η κινστέρνα συλλογής όμβριων και άλλοι βοηθητικοί χώροι, τα οποίοι έφεραν θολωτή στέγαση. Στους υπερκείμενους ορόφους στεγάζονταν οι χώροι κατοικίας και υποδοχής και ενδεχομένως στην τελευταία στάθμη οι χώροι της φρουράς, στοιχεία για τα όποια σήμερα υπάρχουν ελλιπή τεκμήρια. Αδιευκρίνιστη παραμένει η προσπέλασή του, καθώς η ισόγεια θύρα που ανοίγεται σήμερα στην Β πλευρά του είναι μεταγενέστερη. Από τις μαρτυρίες και τα σχέδια των περιηγητών, καθώς και από άλλα ιστορικά κείμενα, θεωρείται ότι η αρχική προσπέλαση γινόταν από υψηλότερη στάθμη, πρακτική υπαγορευμένη για λόγους ασφαλείας. Η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να βρισκόταν στην Α πλευρά του Πύργου, ώστε να είναι αθέατη στον εχθρό σε σχέση με την κύρια πύλη εισόδου στο Κάστρο. Εικάζεται, λοιπόν, ότι η προσπέλαση θα ήταν εφικτή μέσω κτιστής, απότομης κλίμακας, που θα βρισκόταν σε απόσταση από τον πύργο και σε συνδυασμό με μία ανασυρόμενη γέφυρα – θύρα, κατά αναλογία στοιχείων που απαντούν σε άλλους πύργους της Νάξου, αλλά και σε αντίστοιχα παραδείγματα. Η θύρα θα ανοιγόταν είτε στα 5μ. από την ισόγεια στάθμη, όπου σήμερα διατηρείται μία τοξοθυρίδα, είτε στα 8μ., επάνω από την θολωτή κατασκευή των κατώτερων επιπέδων του πύργου. Σε ό τι αφορά τα εξωτερικά λειτουργικά στοιχεία του πύργου, πληροφορίες συλλέγονται από το σχέδιο του 1782 του Auguste de Choisseul – Gouffier, όπου αποτυπώνεται προεξέχων περιμετρικός εξώστης στο ανώτερο τμήμα του πύργου (machicoulis). Παρά το γεγονός ότι ο εξώστης αποτυπώνεται στο επίπεδο της δουκικής κατοικίας και όχι στο ανώτατο επίπεδο του Πύργου, όπου θα πρέπει να ήταν εγκατεστημένη η φρουρά, η χρήση του για αμυντικούς λόγους είναι προφανής. 

Ο Πύργος θα πρέπει να λειτουργούσε ως το ακροπύργιο του Κάστρου. Η έδρασή του σε ευθυντηρία και η πληθώρα των μαρμάρινων δομικών στοιχείων στα κατώτερα τμήματα του Πύργου αποτελούν στοιχεία που συνηγορούν στην υπόθεση ότι έχει κτιστεί στην θέση της αρχαίας ακρόπολης, αλλά και ότι ενδεχομένως η αρχική οικοδομική φάση του να ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους [ίσως και παλαιότερα??]. Σε κάθε περίπτωση η έλευση των Βενετών στην Νάξο υπήρξε καταλυτική για τον Πύργο του Σανούδου, όπως δηλώνει και το όνομά του. Ο πύργος αποτέλεσε το δουκικό παλάτι σε άμεση γειτνίαση με το κτήριο της Καγκελαρίας, με την οποία συνδέθηκε μέσω σκεπαστού διαβατικού, και της Καθολικής Μητρόπολης, εκφράζοντας το δίπολο κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας που χαρακτηρίζει τα δυτικά καστέλλια. Σε έγγραφο του 1581 μαρτυρείται ακόμη η χρήση του ως δουκικού παλατιού από τον τοποτηρητή Francesco Coronello, ωστόσο από τα τέλη του 18ου αιώνα τα αρχειακά τεκμήρια πιστοποιούν την λιθολόγησή του και την απόσπαση οικοδομικού υλικού από αυτόν, όπως εξάλλου αναγνωρίζεται και στο προαναφερθέν σχέδιο του Auguste de Choisseul – Gouffier.

Στην πλατεία που ανοίγεται Β του Κεντρικού Πύργου και σε άμεση σχέση με αυτόν βρίσκεται η Καθολική Μητρόπολη. Πρόκειται για το κτήριο – σύμβολο της θρησκευτικής εξουσίας στα χρόνια μετά την λατινική κυριαρχία της Νάξου και εντοπίζεται στο κέντρο του οικισμού, εκεί που καταλήγουν οι βασικοί οδικοί άξονες του Κάστρου. Ο ναός, αφιερωμένος σήμερα στην Υπαπαντή της Μαρίας Παρθένου, άλλοτε στον Ευαγγελισμό της Μαρίας Παρθένου (Assunzionne della Madonna), μπορεί να χρονολογηθεί στο β΄ τέταρτο του 13ου αιώνα, σε κάθε περίπτωση όμως έπεται της ίδρυσης του Δουκικού Παρεκκλησίου (Capella Casazza). Το οικόσημο των Σανούδων και το έμβλημα του λέοντα της Βενετίας στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου στο ναό, αν και τοποθετημένα μεταγενέστερα, φαίνεται ότι δηλώνει τους αρχικούς κτήτορές του. 

Η Καθολική Μητρόπολη αρχικά ήταν ελεύθερα ιστάμενος τρίκλιτος ναός με ελαφρά υπερυψωμένο το κεντρικό και το εγκάρσιο κλίτος, ορθογωνικό Ιερό στα Α και κωδωνοστάσιο στην Δ πλευρά. Το μήκος του ναού φθάνει στα 18μ. Εσωτερικά τα κλίτη διαχωρίζονται με μαρμάρινους κίονες σε δεύτερη χρήση και στεγάζονται με ελαφρά οξυκόρυφους θόλους, ενώ τρούλος υψώνεται στην τομή του κεντρικού με το εγκάρσιο κλίτος. Μαρμάρινο βαπτιστήριο διατηρείται σε εσοχή στον Δ τοίχο του Ν κλίτους. Η κύρια είσοδος γίνεται από τα Δ. Από επιμέρους οικοδομικά στοιχεία προκύπτει ότι ο ναός είχε πληθώρα ανοιγμάτων στα ακραία κλίτη του, γεγονός που προσέφερε πλούσιο φυσικό φωτισμό στο εσωτερικό του. Από τις αρχές του 17ου αιώνα και έως το β΄ μισό του 19ου αιώνα ο ναός υπέστη αρκετές προσθήκες και μετασκευές, με αποτέλεσμα σήμερα η Καθολική Μητρόπολη να αποτελεί πεντάκλιτο ναό με υπερυψωμένο δάπεδο κατά 1,40μ. Ο διαχωρισμός των ακραίων κλιτών γίνεται με πεσσοστοιχία, η οποία προήλθε από ανοίγματα στους αρχικούς πλευρικούς τοίχους του ναού. Στο Ν ακραίο κλίτος έχει επίσης διαμορφωθεί ημικυκλικό προεξέχον παρεκκλήσιο. Στις αλλοιώσεις αυτές του αρχικού ναού προστίθεται και η οικοδομική δραστηριότητα με την προσκόλληση κτηρίων στην Β πλευρά του, με αποτέλεσμα ο ναός στο εσωτερικό του να καταστεί ιδιαίτερα σκοτεινός. Στα δάπεδα των πλευρικών κλιτών του ναού υπάρχουν τάφοι αρχοντικών οικογενειών, οι οποίοι σημαίνονται με τα οικόσημά τους.

Η πλατεία που ορίζεται από τον Κεντρικό Πύργο και την Καθολική Μητρόπολη στο Β τμήμα του Κάστρου συμπληρώνεται από το κτήριο της Καγκελαρίας, σήμερα κτήριο της Καθολικής Μητρόπολης. Πρόκειται για το πιο σημαντικό κοσμικό κτήριο της Βενετοκρατίας, καθώς στέγαζε την διοικητική και δικαστική εξουσία του Κάστρου, αποτελούσε τον τόπο φύλαξης των επίσημων αρχείων (νοταριακών πράξεων, καταστίχων κ.ά.) καθώς και τον τόπο συνάθροισης των κατοίκων. Το κτίσμα είναι διώροφο και επίμηκες, με αρχική πρόσβαση μέσω τοξωτού ανοίγματος από τα Δ, όπου βρίσκεται η πλατεία. Διέθετε μία μεγάλη ισόγεια αίθουσα υποδοχής διαστάσεων 11x5,65μ. και αρχικού ύψους π.4μ. που στεγαζόταν από δύο εγκάρσια καλοσχηματισμένα οξυκόρυφα τόξα, δείγμα επιμελούς κατασκευής και σπουδαιότητας του κτηρίου, μοναδικής περίπτωσης εντός του Κάστρου. Δύο μικρότεροι χώροι προς Β και Ν οργανώνονταν γύρω από την κεντρική αίθουσα, με  αντίστοιχη κατασκευαστική επιμέλεια. Η αίθουσα βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τον δρόμο και ήταν άμεσα προσβάσιμη από αυτόν, γεγονός που τόνιζε τον δημόσιο ρόλο της στην λειτουργία του Κάστρου. Στο περιηγητικό κείμενο του Joseph Arthur de Gobineau κατά τον 19ο αιώνα περιγράφεται χαρακτηριστικά ότι  βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τον δρόμο, έχει το ίδιο βοτσαλωτό δάπεδο με αυτόν και δεν διαχωρίζεται από κατώφλι.

Το κτήριο έχει υποστεί αλλεπάλληλες μετασκευές και αλλοιώσεις, όπως ότι πλέον δεν στέκεται ελεύθερο εντός του Κάστρου, ενώ στην ΝΔ γωνία του έχουν εντοπιστεί τα ίχνη της αποτετμημένης ΒΑ γωνίας του Κεντρικού Πύργου. Η Καγκελαρία αποτελεί ένα από τα πρώτα κτίσματα που ανέγειρε ο Μάρκος Σανούδος. Σύμφωνα με τους περιηγητές από τα τέλη του 17ου αιώνα το κτήριό της αντικατέστησε τον παρηκμασμένο Κεντρικό Πύργο ως τόπο κατοικίας διακεκριμένων οικογενειών, που έδρασαν ως πρόξενοι της Γαλλίας και της Αγγλίας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα αποτέλεσε και την επέκταση του καθολικού αρχιεπισκοπικού μεγάρου. 

Στα Α της Καθολικής Μητρόπολης βρίσκεται ο ναός της Θεοσκέπαστης. Πρόκειται για τον μοναδικό ορθόδοξο ναό εντός του Κάστρου, αφιερωμένο στην Παναγία. Ο ναός, αρχικά μονόκλιτος και θολοσκεπής, με εξωτερική αψίδα στα Α, στεγάζεται σήμερα με οξυκόρυφο θόλο στα Α και ατελή ημικυλινδρικό θόλο στα Δ. Το δεύτερο, Νότιο, κλίτος προστέθηκε στο ναό στα τέλη του 17ου αιώνα, όπως αναφέρουν οι πηγές, και είναι αφιερωμένο στην Αγία Αναστασία. Η προσθήκη αυτή κάλυψε το οικοδομικό κενό ανάμεσα στον ναό και την Καγκελαρία. Έχει υποστηριχθεί από τον Ορέστη Βαβατσιούλα ότι η Θεοσκέπαστη προϋπήρχε της βενετικής παρουσίας στο Κάστρο, υπάρχει ωστόσο και η υπόθεση ότι ο ναός κτίστηκε από τον Μάρκο Σανούδο στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας που έδειξε προς τους ορθόδοξους Έλληνες, όπως αναφέρεται στα κείμενα των περιηγητών και των αποστολικών επισκεπτών. Η υψομετρική διαφορά ωστόσο της Θεοσκέπαστης με την παρακείμενη Καθολική Μητρόπολη φαίνεται ότι συνηγορεί στην ανέγερσή της κατά την βυζαντινή περίοδο. 

Στην ΝΑ πλευρά του Κάστρου στον τελευταίο όροφο προεξέχοντος περιμετρικού πύργου βρίσκεται το Δουκικό Παρεκκλήσιο (ή Capella Casazza), αφιερωμένο στην Αμίαντο Σύλληψη της Θεοτόκου (Immacolata Concezione). Η Capella, ή Κιουρά Καπέλλα, αποτελούσε το προσωπικό παρεκκλήσιο του Μάρκου Σανούδου κατά την εγκατάστασή του στο Κάστρο της Νάξου. Αρχικά ο ναός ήταν τετράγωνης κάτοψης με πλευρά μήκους 9μ., και ύψους 7,80μ., που στεγαζόταν από τετραμερές σταυροθόλιο με διαγώνιες νευρώσεις, οι οποίες στην ένωσή τους φέρουν διακοσμητική ροζέτα. Οι νευρώσεις ξεκινούν από το δάπεδο του ναού και στις γενέσεις των τόξων διακόπτονται από τεκτονικά κιονόκρανα, σε ένα εκ των οποίων έχει αναγνωριστεί το οικόσημο των De la Roche του Δουκάτου των Αθηνών. Εσοχές στον Α και τον Δ τοίχο του Δουκικού Παρεκκλησίου έχουν οξυκόρυφες απολήξεις. Η πρόσβαση γινόταν από τα Δ. Περί το 1680, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περιηγητών και των αποστολικών επισκεπτών, το Παρεκκλήσιο επεκτάθηκε προς τα Δ, αποκτώντας την σημερινή επιμήκη μορφή του, με μήκος μακριάς πλευράς τα 24μ., ενώ η στέγαση στο Δ αυτό τμήμα γίνεται με ελαφρά οξυκόρυφο θόλο. Η είσοδος παραμένει στο Δ τμήμα, από το εσωτερικό του Κάστρου.

Το Δουκικό Παρεκκλήσιο στο ανώτερο επίπεδο του περιμετρικού πύργου, στοιχείο που μαρτυρά την βενετική κατασκευή του, σηματοδοτεί εκφράζοντας και το δίπολο πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας των νέων κατακτητών. Η ίδρυσή του προηγήθηκε της ανέγερσης της Καθολικής Μητρόπολης που τοποθετείται γενικά στο β΄ τέταρτο του 13ου αιώνα, όπως είδαμε. Σε πρώιμη χρονολόγηση εντός του 13ου αιώνα συνηγορούν και τα εκλεπτυσμένα γοτθικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής της (το τετραμερές σταυροθόλιο με τις νευρώσεις και την διακοσμητική ροζέτα,), ενώ αντίστοιχα έχει ερμηνευθεί και η παρουσία του οικοσήμου των De la Roche, καθώς η λατινική εκκλησία της Νάξου έως το 1244 υπαγόταν στην αρχιεπισκοπή του Δουκάτου των Αθηνών. Η επέκταση του Παρεκκλησίου σχετίζεται με την εγκατάσταση του τάγματος των Ιησουιτών στην Νάξο και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοδομικό πρόγραμμα που συντελέστηκε στο ΝΑ τμήμα του Κάστρου, ως αποτέλεσμα της ακμής που είχε η Μονή και η Σχολή τους στα τέλη του 17ου αιώνα. Κατά την αποχώρηση των Γερμανών στον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο το Παρεκκλήσιο υπέστη μεγάλες φθορές από τον βομβαρδισμό των Βρετανών, οι οποίες αποκαταστάθηκαν. 

Ένα ακόμη σημαντικό θρησκευτικό κτήριο του Κάστρου είναι ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Παδούης, που ανήκε στους Καπουτσίνους μοναχούς, ένα από τα δυτικά τάγματα που δραστηριοποιήθηκαν στην Νάξο από τον 17ο αιώνα. Ο ναός ήταν ενταγμένος στο ευρύτερο συγκρότημα της Μονής των Καπουτσίνων που οικοδομήθηκαν στον εξωτερικό δακτύλιο της ΒΑ πλευράς του Κάστρου. Το συγκρότημα είχε κάτοψη σχήματος Γ, με το Β τμήμα του να περιλαμβάνει διώροφο επίμηκες κτίσμα, στον όροφο του οποίου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αντωνίου. Οι αρχικές διαστάσεις του μονόκλιτου ναού ήταν 14,50x5,20μ. με μικρό εγκάρσιο ψευδοκλίτος και στεγαζόταν με ελαφρά οξυκόρυφο θόλο και τρούλο στην τομή των δύο κλιτών. Στις αρχές του 18ου αιώνα επεκτάθηκε προς τα Δ, αποκτώντας την σημερινή μορφή του με διαστάσεις 21,40x5,20μ. Στο δάπεδο του ναού υπάρχουν ταφές επιφανών οικογενειών της Νάξου (Sforza Castri, Coronellο, Loredano), όπως φαίνεται από τα οικόσημά τους, οι οποίες υπήρξαν πάτρωνές του.

Η ανέγερση της Μονής και του ναού των Καπουτσίνων μοναχών αλλοίωσε το εξωτερικό περίγραμμα των τειχών του Κάστρου της Νάξου, καθώς κτίστηκε επάνω σε παλαιότερες κατασκευές αλλά και σε αδόμητους χώρους του Κάστρου. Από τα οικοδομικά κατάλοιπα που εντοπίστηκαν, ανάμεσα στα οποία και μία υπόγεια κινστέρνα, έχει υποστηριχθεί ότι το συγκρότημα υψώθηκε επάνω σε πύργο ή οξυγώνια οδόντωση του οχυρωματικού περιβόλου, αμυντικά στοιχεία που όμως καταστράφηκαν.

Στο εσωτερικό του Κάστρου αναπτύχθηκε πυκνός πολεοδομικός ιστός, παρά τα αδόμητα τμήματα κυρίως στην απότομη Ν πλευρά του λόφου. Οι οικίες διατάσσονταν γύρω από δύο κυκλοφοριακούς δακτυλίους, με τον εξωτερικό να ακολουθεί την περίμετρο των τειχών. Μικρές πλατείες διαμορφώθηκαν στις εισόδους θρησκευτικών και διακεκριμένων κοσμικών κτηρίων, στις οποίες οδηγούσαν βασικοί δρόμοι του Κάστρου, ενώ οι δρόμοι του έχουν κυμαινόμενο πλάτος από 1,5 έως 3,5μ. Ο μετασχηματισμός αυτός πρέπει να ξεκίνησε από τον 16ο αιώνα, όταν σημειώθηκε η εντατική εποίκηση του Κάστρου, το οποίο πλέον έχανε τον αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα του, και να ολοκληρώθηκε τον 18ο αιώνα. Οι οικίες κτίστηκαν σύγκολλες μεταξύ τους εντός του οχυρωματικού περιβόλου με την περιμετρική ζώνη τους να εφάπτεται σε αυτόν, ενώ σε ακόμη μεταγενέστερη περίοδο, επεκτάθηκαν και πέραν αυτού, ενσωματώνοντάς τον στο εσωτερικό τους. Καθοριστικό ωστόσο γεγονός για την γενικότερη φυσιογνωμία του Κάστρου της Χώρας της Νάξου υπήρξε η οικοδομική δραστηριότητα του τάγματος των Ιησουιτών και κυρίως των Ουρσουλινών, τα οποίο από τον 17ο έως και τον 20ο αιώνα με την ανέγερση των κτηρίων τους αλλά και του ογκώδους Διδακτηρίου της Σχολής των Ουρσουλινών, αλλοίωσε οικοδομικά τετράγωνα και κατέστρεψε παλαιότερες επικοινωνίες και δρόμους του Κάστρου. 

Οι οικίες στην πλειονότητά τους είναι διώροφες ή τριώροφες και απολήγουν σε επίπεδη στέγη, από την οποία αγωγοί διοχέτευαν τα βρόχινα νερά σε υπόγειες κινστέρνες. Στους υπόγειους χώρους των οικιών βρέθηκε μεγάλος αριθμός αρχαίου οικοδομικού υλικού, άλλοτε ενσωματωμένος στην δόμησή τους, άλλοτε ελεύθερος. Οι αρχοντικές οικίες, όσες αποτελούν τον εξωτερικό δακτύλιο του Κάστρου, κτισμένες σε επαφή με τον οχυρωματικό περίβολο, είναι οι πλέον αξιόλογες. Πρόκειται για ευμεγέθη κτίσματα με ευδιάκριτο αμυντικό χαρακτήρα, κυρίως σε όσες εφάπτονταν στους περιμετρικούς πύργους, στοιχείο που τους εξασφάλιζε άμεση πρόσβαση από τα δώματά τους στον περίδρομο του Κάστρου. Η είσοδός τους γίνεται από το εσωτερικό του Κάστρου μέσω εξωτερικής κτιστής κλίμακας και σε αυτά ανοίγονται ευρύχωροι, επιμήκεις και ψηλοτάβανοι χώροι υποδοχής, επιμελημένης κατασκευής, γύρω από τους οποίους οργανώνονται οι επί μέρους λειτουργίες της κατοικίας. Στα υπόγεια τους υπήρχαν η κινστέρνα και αποθηκευτικοί χώροι. Οι οικίες του εσωτερικού δακτυλίου είναι μικρότερες σε μέγεθος και σχετικά υποδεέστερης κατασκευής. Χαρακτηριστικό είναι ότι η θέση τους είναι ακανόνιστη, συχνά αναπτύσσονται επάνω από τα διαβατικά ή έχουν τις κτιστές κλίμακές τους να τοποθετούνται επί αυτών, δείγμα της εκ των υστέρων ανέγερσής τους. Η εσωτερική διαρρύθμισή τους παρουσιάζει τον ίδιο τύπο οργάνωσης του χώρου όπως και στις αρχοντικές οικίες, με αίθουσα υποδοχής και λειτουργίες κατοικίας στον όροφο, κινστέρνα και λοιπούς αποθηκευτικούς χώρους στο κατώτερο επίπεδο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ανοίγματα των οικιών, με ελάχιστα να είναι αυτά που προέρχονται από την αρχική φάση του Κάστρου, ενσωματωμένα σήμερα στις οικίες που εφάπτονται στον οχυρωματικό περίβολο. Τα ανοίγματα των εξωτερικών όψεων είναι λιγοστά και μικρού μεγέθους, τα οποία όμως διευρύνονται εσωτερικά, όπως και όσα έχουν διατηρηθεί στους περιμετρικούς πύργους. Ίδιας μορφής είναι και τα ανοίγματα προς το εσωτερικό του Κάστρου, τα οποία φέρουν και λίθινα περιθυρώματα. Διαπιστώνεται ωστόσο διαφοροποίηση των ανοιγμάτων ανάμεσα στους ορόφους και στα ισόγεια, καθώς τα πρώτα εμφανίζουν κατασκευαστική ομοιογένεια και επιμέλεια, καταδεικνύοντας ενίοτε και την κύρια χρήση των χώρων στους οποίους αντιστοιχούν, ακόμη και με χάραξη οικοσήμων ή χρονολογιών, κυρίως από τον 16ο αιώνα και μετά. Στους ισόγειους χώρους τα ανοίγματα είναι ανομοιογενή μορφολογικά, ατελώς και πρόχειρα κατασκευασμένα, ενώ οι θύρες έχουν χαμηλό ύψος.

Αμιγώς στρατιωτικά κτίσματα, φυλάκια, αποθήκες και καταλύματα, δεν έχουν εντοπιστεί εντός του Κάστρου, αξιολογούνται ωστόσο ως τέτοια διάφορα κτήρια, όπως έναντι της Τρανής Πύλης ή στον πύργο που στεγάζει το Δουκικό Παρεκκλήσιο. Έχει διατυπωθεί επίσης από τον Ορέστη Βαβατσιούλα η υπόθεση ύπαρξης υπόγειας στοάς ως αποθηκευτικού χώρου, για τα οικοδομικά κατάλοιπα οξυκόρυφου στεγασμένου υπόγειου χώρου που βρίσκεται επί του οχυρωματικού περιβόλου στην Ν πλευρά του Κάστρου.

Το  Κάστρο της Νάξου δεν διαθέτει φυσικές πηγές νερού, με αποτέλεσμα η επάρκεια σε πόσιμο νερό να εξασφαλιζόταν από τις κινστέρνες που συνέλεγαν τα όμβρια. Πρόκειται για κατασκευές στα υπόγεια των οικιών που μέσω αγωγών συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά από τα δώματα. Μεγάλης χωρητικότητας κινστέρνα υπάρχει κάτω από το κτήριο της Καγκελαρίας και Α αυτού προφανώς κοινόχρηστη, η οποία παρουσιάζει και κατασκευαστική αρτιότητα, ώς όφειλε για υποδομή δημοσίου συμφέροντος. Παραμένει ωστόσο άγνωστη η χωρητικότητα της κινστέρνας του Κεντρικού Πύργου, για να θεωρηθεί και αυτή κοινόχρηστη. Έχει επίσης διατυπωθεί και η άποψη ότι παρά το Παραπόρτι στην Ν πλευρά του Κάστρου υπήρχε μία μεγάλης χωρητικότητας κινστέρνα. Από τις αρχειακές μαρτυρίες πληροφορούμαστε ότι για τις ανάγκες του Κάστρου, αλλά και του Μπούργου αργότερα, ήταν σε χρήση και η Φουντάνα ή Πηγή της Αριάδνης, Fontane d' Ariane, κατά τους περιηγητές, η οποία βρισκόταν ΒΑ του Μπούργου και εντός της Εβραϊκής συνοικίας. Πρόκειται για την απόληξη του αρχαίου υδραγωγείου, που μετέφερε νερό από μικρούς ποταμούς στο Φλεριό και τους Κάμπονες, στο εσωτερικό του νησιού, στην πόλη της Νάξου.

Το Κάστρο της Νάξου από τον 13ο αιώνα και μετά υπήρξε το κέντρο της λατινικής παρουσίας στο Νάξο, έδρα διοικητική, στρατιωτική και εκκλησιαστική, αποτελώντας τον κύριο τόπο διαμονής των Δυτικών της άρχουσας τάξης. Έχει προταθεί ότι οι κάτοικοί του ήταν οι ακόλουθοι του Μάρκου Σανούδου, στους οποίους είχαν μοιραστεί ως φέουδα οι εύφορες εκτάσεις στο εσωτερικό του νησιού. Θεωρείται δε ότι στην αρχική βενετική φάση του στέγαζε περί τους 225–375 κατοίκους, στο σύνολό τους δυτικοί και καθολικοί στο δόγμα. Έχει υποστηριχτεί βέβαια ότι στην αριστοκρατία αυτή είχαν εισχωρήσει και Έλληνες γαιοκτήμονες, στο πλαίσιο της συμφιλιωτικής πολιτικής του Μάρκου Σανούδου προς το ντόπιο στοιχείο, μολονότι το θέμα δεν έχει πλήρως ξεκαθαριστεί. Παραδοσιακά ωστόσο ο τειχισμένος Μπούργος, στα ΒΑ του Κάστρου, αποτέλεσε τον χώρο διαμονής των Ελλήνων και γενικά των ορθοδόξων.

Ο Μπούργος, όπως φανερώνει και το όνομά του, αναπτύχθηκε ως οικιστικό σύνολο για την εγκατάσταση του απλού πληθυσμού έξω από το Κάστρο. Ως εκ τούτου αποτελεί την Β συνέχεια του Κάστρου, ενώ Α γειτνιάζει με την συνοικία της Εβριακής (Εβραϊκής), Β με την περιοχή της Γρόττας και Δ με το λιμάνι της Χώρας. Το σχήμα του είναι ακανόνιστο και καταλαμβάνει έκταση 31.750τ.μ. με τείχη συνολικού μήκους 630μ. Η διαμόρφωσή του θεωρείται ότι εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερου πολεοδομικού και αμυντικού σχεδιασμού για την θωράκιση του Κάστρου. Ο Μπούργος αποτελεί οχυρωμένο οικισμό, με το  τείχος του να συγκροτείται από τους ενισχυμένους εξωτερικούς τοίχους των οικιών του, οι οποίες διατάσσονται σε συνεχή δόμηση και εν επαφή. Ο περίβολος αυτός λειτουργούσε ως ο πρώτος προστατευτικός κλοιός του Κάστρου. Σε αυτόν ανοίγονταν τέσσερεις πύλες εισόδου, που βρίσκονταν σε καίρια σημεία, στα Δ η Πόρτα του Γιαλού, Porta Marina nel Portό κατά τον περιηγητή Vicenzo Coronelli των τελών του 17ου αιώνα, στα Ν η Πόρτα του Προφήτη Ηλία, στα Α η Πόρτα της Εβριακής, και στα Β η πύλη της Μητρόπολης, η μόνη που σήμερα δεν σώζεται. Οι πύλες διαμορφώνονται ως απλά ορθογώνια ανοίγματα, με οριζόντιο ανώφλι που στηρίζεται σε μαρμάρινες παραστάδες, κατασκευασμένα από οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Η Α Πόρτα προς την Εβριακή εσωτερικά έχει την μορφή θολωτού διαβατικού, στον όροφο του οποίου υπάρχει οικία. Κοντά σε κάθε πύλη εισόδου βρίσκεται και ένας ναός. Στην Δ Πόρτα του Γιαλού λίγο νοτιότερα εντοπίζεται ο απλός καμαροσκεπής ναός του Αγίου Νικολάου, άλλοτε μετόχι της Μονής Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, ο οποίος μαρτυρείται σε πηγές από το 1300 περίπου, τότε μάλλον εκτός οχύρωσης. Βορειότερα της ίδιας Πόρτας βρίσκεται άλλος ένας μονόχωρος καμαροσκεπής ναός, η Παναγία των Χιόνων, ο μοναδικός λατινικός ναός του Μπούργου. Η Ν Πόρτα του Προφήτη Ηλία εφάπτεται με τον ομώνυμο ναό, ο οποίος χρονολογείται στον 15ο αιώνα. Η Α Πόρτα της Εβριακής βρίσκεται κοντά στον ναό της της Αγίας Σοφίας (Μεσοπεντηκοστή). Η Β Πόρτα της Μητρόπολης βρισκόταν κοντά στην ορθόδοξη Μητρόπολη. Οι διαστάσεις των πυλών εισόδου δεν ήταν μεγάλες, το άνοιγμά τους κυμαινόταν από 1,35 με 1,45μ., ενώ το ύψος τους δεν υπερβαίνει τα 2,15μ., με την εξαίρεση της ανακατασκευασμένης σήμερα Πόρτας του Γιαλού, που φθάνει τα 2,95μ. Υπήρχαν επίσης και εσωτερικές πύλες, που έκλειναν κατά τη διάρκεια των εχθρικών επιδρομών για λόγους ασφαλείας. Το εσωτερικό του Μπούργου είναι αρκετά πυκνοκατοικημένο, ενώ παρουσιάζει και μεγάλο αριθμό μεταβυζαντινών ορθοδόξων ναών. Οι οικίες αναπτύσσονται σε όμοια οικόπεδα και σε δρόμους με μικρό πλάτος. Πρόκειται για διώροφες κατοικίες, μονόχωρες και στενομέτωπες, που είχαν επίπεδη στέγη, λαϊκά σπίτια κατασκευασμένα με απλά υλικά. Το ισόγειο ήταν χώρος για καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ ο όροφος προοριζόταν για κατοίκηση. Πλατώματα ή άλλοι δημόσιοι χώροι δεν υπήρχαν, παρά μόνον λιγοστά μικρά ανοίγματα μπροστά από ναούς, στοιχείο που ίσως πρέπει να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο οικισμός αναπτύχθηκε σε περιοχή με μεγάλη υψομετρική κλίση. Γενικώς η μορφή του Μπούργου είναι δαιδαλώδης, με τους στενούς δρόμους και τα χαμηλού ύψους διαμορφωμένα διαβατικά να επιτείνουν την εικόνα αυτή. Σημαντικό στοιχείο στην οργάνωση του οικιστικού χώρου αποτελεί και ο εμπορικός δρόμος που ένωνε μέσα από τον Μπούργο τις γειτνιάζουσες συνοικίες πέριξ του Κάστρου, την Αγορά στα ΝΔ και την Εβριακή στα Α. Η ύδρευση του Μπούργου επιτυγχανόταν από κινστέρνες στα υπόγεια των οικιών και από την πηγή της Φουντάνας, την απόληξη του αρχαίου υδραυλικού έργου, στα ΒΑ του. 

Ο Μπούργος αρχικά ήταν αραιοκατοικημένος και οχυρώθηκε σταδιακά, πιθανώς λόγω των πειρατικών επιδρομών των τουρκομανικών εμιράτων της Μικράς Ασίας του 14ου αιώνα, οπότε αυξήθηκε και ο πληθυσμός του. Την ανάπτυξη του Μπούργου ακολούθησαν και άλλες συνοικίες γύρω από το Κάστρο, όπως η Εβριακή στα Α, το Ξώμπουργο και το Νιό Χωριό στα Ν. Η Εβριακή (Εβραϊκή) συγκέντρωσε τους Εβραίους που εγκαταστάθηκαν στην Νάξο κατά την διακυβέρνηση του εβραϊκής καταγωγής Ιωσήφ Νάζη μετά τα μέσα του 16ου αιώνα, μολονότι λιγοστοί Εβραίοι μαρτυρούνται και παλαιότερα στον Μπούργο. Στην Εβριακή βρίσκεται και η πηγή της Φουντάνας. Στο Νιό Χωριό στα Ν του Κάστρου εγκαταστάθηκαν Κρητικοί έποικοι. Έχει υπολογιστεί ότι κατά τον 17ο αιώνα ο πληθυσμός στο Κάστρο και στους πέριξ αυτού οικισμούς ανερχόταν στους 2.000 με 2.500 κατοίκους.

Χαρακτηριστικό Τιμή
Δημιουργός Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Ephorate of Antiquities of Cyclades
Ενότητα
Βιβλιογραφία του σημείου ενδιαφέροντος

Constantin VII Porphyrogénète: Le livre des cérémonies, G. Dagron, B. Flusin, D. Feissel (εκδ.). Corpus fontium historiae byzantinae v. LII/1-5, Paris: Association des Amis du Centre d'Histoire et Civilisations de Byzance, 2020.

Le destan d'Umur Pacha: (Düsturname-I Enveri), I. Mélikoff-Saya (εκδ.), Paris: Presses universitaires de France, 1954.

Ioannis Caminiatae, De expugnatione Thessalonicae, G. Böhlig (εκδ.), Corpus Fontium Historiae Byzantinae v. IV, Series Berolinensis, Berlin: Apud Walter De Gruyter et Socios, 1973.

Ο.Π. Βαβατσιούλας, Το κάστρο της Νάξου: οικοδομική ιστορία (13ος-20ος αι.): η ίδρυση ενός κάστρου σταυροφόρων, ο μετασχηματισμός του σε μεσαιωνική πόλη και η εξέλιξή του έως τη νεότερη εποχή, Διδακτορική διατριβή, ΕΜΠ, Σχολή Αρχιτεκτόνων, Αθήνα 2007. [Αθήνα 2009].

Ο.Π. Βαβατσιούλας, «Το Κάστρο της Χώρας Νάξου από τα Μεσαιωνικά χρόνια μέχρι τη νεώτερη εποχή», Φλέα 21 (2009), 5 – 15.

Ο.Π. Βαβατσιούλας, «Η Καθολική μητρόπολη στην πρωτεύουσα του Δουκάτου του Αρχιπελάγους: η οικοδομική ιστορία της», Το αρχαιολογικό έργο στα νησιά του Αιγαίου: Διεθνές επιστημονικό συνέδριο: Ρόδος, 27 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 2013, τ. 2, Μυτιλήνη: Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου, Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, 2017, 427-436.

Λ. Δεμαθά, «Σχετικά με τα κάστρα – οικισμούς στις Κυκλάδες στη διάρκεια της Λατινοκρατίας. Το Κάστρο της Σίφνου», Αναστήλωση – Συντήρηση – Προστασία Μνημείων και συνόλων, Τ. Α΄,  Αθήνα 1984, 225- 233.

Δ. Δημητρόπουλος, Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των νησιών του Αιγαίου, 15ος – αρχές 19ου αιώνα, Τετράδια εργασίας 27, Αθήνα: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2004.

Π.Γ. Ζερλέντης, «Περὶ τοῦ αξιοπίστου τοῦ συναξαρίου Θεοκτίστης τῆς ὁσίας», Byzantinische Zeitschrift 10 (1901), 159 – 165.

Π.Γ. Ζερλέντης, «Ναξία νῆσος καὶ πόλις», Byzantinische Zeitschrift 11 (1902), 491 – 499.

Μ. Κουμανούδη, «Οι Λατίνοι στο Αιγαίο μετά το 1204: Αλληλεξαρτήσεις και διαπλεκόμενα συμφέροντα», Άγκυρα 3 (2010), 43-85.

Αθ. Δ. Κωτσάκης, Η διαμόρφωση του πολιτισμικού τοπίου της νήσου Νάξου από το 1204 έως και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, Διδακτορική Διατριβή, Καλαμάτα 2013.

Θ. Κωτσάκης, «Η ιστορία και η φυσιογνωμία του Μπούργου της Χώρας Νάξου (14ος – 19ος αιώνας)», Νάξος: περιδιαβαίνοντας τον Μπούργο, Νησιώτικα θέματα 3, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, 2015, 10 – 29.

Στ. Μαριvάκης, «Μπούργο. Η τοπογραφία ενός μεσαιωνικού τύπου οικισμού», Νάξος: περιδιαβαίνοντας τον Μπούργο, Νησιώτικα θέματα 3, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, 2015, 30 – 64.

Β. Πέννα, «Νομισματικές νύξεις για τη ζωή στις Κυκλάδες κατά τους 8ο και 9ο αιώνες», Ελ. Κουντούρα-Γαλάκη (εκδ.), Οι σκοτεινοί αιώνες του Βυζαντίου (7ος–9ος αι.), Διεθνή Συμπόσια (Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών), 9, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 2001, 399– 410.

Β. Πέννα, «Κοινωνία και οικονομία στο Αιγαίο κατά τους βυζαντινούς χρόνους (4ος -12ος αι.)», Οβολός 9, Το νόμισμα στα νησιά του Αιγαίου: νομισματοκοπεία, κυκλοφορία, εικονογραφία, ιστορία: Πρακτικά συνεδρίου της Ε' επιστημονικής συνάντησης, Μυτιλήνη, 16-19 Σεπτεμβρίου 2006, επιστ. επιμέλεια Π. Τσέλεκας, Αθήνα 2010, 11 – 42.

Χ. Πέννας – Ιφ. Σαμολάδου, «Βυζαντινά και μεσαιωνικά νομισματικά ευρήματα Κυκλάδων», Οβολός 9, Το νόμισμα στα νησιά του Αιγαίου: νομισματοκοπεία, κυκλοφορία, εικονογραφία, ιστορία: Πρακτικά συνεδρίου της Ε' επιστημονικής συνάντησης, Μυτιλήνη, 16-19 Σεπτεμβρίου 2006, επιστ. επιμέλεια Π. Τσέλεκας, Αθήνα 2010, 135-157.

B. Slot, «Οι Σανούδοι και το Δουκάτο της Νάξου», Φλέα 34 (2012), 5 – 19.

Α.Σ. Σφυρόερα, Νάξος: συμβολές στην Αρχαιολογία και Ιστορία του νησιού από τη Γεωμετρική έως και την Αυτοκρατορική εποχή, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 2011.

Μ. Φίλιππα – Αποστόλου, Το Κάστρο της Αντιπάρου. Συμβολή στη μελέτη των οχυρωμένων μεσαιωνικών οικισμών του Αιγαίου, Αθήνα 1978.

Μ. Φίλιππα – Αποστόλου, Μικροί οχυρωμένοι οικισμοί του Αιγαίου: Στα ίχνη της ιστορικής τους ταυτότητας, Αθήνα 2000.

Η. Ahrweiler, Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe-XVe siècles, Paris 1966.

H. Eberhard, “Mittelalterliche Burgen auf den Kykladen. Eine Übersicht”, Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών τ. Ι΄ (1974-1977), 501 – 585.

G. Huxley, “Porphyrogenitan Portulan”, Greek, Roman and Byzantine Studies 17 (1976), 295 – 300.

M. Koumanoudi, “The Latins in the Aegean after 1204: Interdependence and interwoven affairs”, Urbs capta. The Fourth Crusade and its consequences. La IVe Croisade et ses conséquences, (εκδ. A. Laiou), Réalités Byzantines 10, Paris: Lethielleux, 2005, 247-268.

V. Lambrinoudakis, “The emergence of the city-state of Naxos in the Aegean”, M.-C. Lentini (εκδ.), The two Naxos cities: a fine link between the Aegean sea and Sicily, Palermo: Gruppo Editoriale Kalos, 2001, 13-22.

V. Lambrinoudakis, “Naxos in Imperial and Early Christian Times”, J. Crow και D. Hill (εκδ.), Naxos and the Byzantine Aegean: Insular Responses to Regional Change, Papers and monographs from the Norwegian Institute at Athens, v. 7, The Norwegian Institute at Athens 2018, 3 – 17.

V. Lambrinoudakis, A. Sfyroera, Th. Bilis, M. Magnisali, E. Kazolias, “The ancient aqueduct of Naxos”, Cura Aquarum in Greece: Proceedings of the 16th International Conference on the History of Watermanagement and Hydraulic Engineering in the Mediterranean Region, International Conference on the History of Water Management and Hydraulic Engineering in the Mediterranean Region, Athens, Greece, 28-30 March 2015, vol. 2, Siegburg: DWHG, 2017, 377-394.

P. Lemerle, L' émirat d'Aydin, Byzance et l'Occident: recherches sur "La geste d'Umur pacha", Bibliothèque byzantine, Études 2, Paris: Presses universitaires de France, 1957.

E. Malamut, Les îles de l'Empire byzantin: VIIIe-XIIe siècles, Série Byzantina Sorbonensia 8, Paris: Université de Paris I-Panthéon-Sorbonne, 1988.

C.E. Michaelides, Kastra: Architecture and Culture in the Aegean Archipelago, Washington University Libraries, Washington University in St. Louis, Books and Monographs 41, Saint Louis 20182.

V. Penna, “Monetary circulation in the Cyclades during the dark ages: an updated approach”, J. Crow και D. Hill (εκδ.), Naxos and the Byzantine Aegean: Insular Responses to Regional Change, Papers and monographs from the Norwegian Institute at Athens, v. 7, The Norwegian Institute at Athens 2018, 51-60.

O. Philaniotou, “New Evidence for the Topography of Naxos in the Geometric Period”, M.-C. Lentini (εκδ.), The two Naxos cities: a fine link between the Aegean sea and Sicily, Palermo: Gruppo Editoriale Kalos, 2001, 29-34.

M. Philippa-Apostolou, “Le nom ‘Kastro’ donné aux villages fortifiés des Cyclades”, Ν. Μουτσόπουλος (επιμ.), Πύργοι και Κάστρα, Ανακοινώσεις εις την XV Διάσκεψιν της Επιστημονικής Επιτροπής του Διεθνούς Ιδρύματος Πύργων και Κάστρων, Ίδρυμα Πατριαρχικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980, 135-147.

G. Saint-Guillain, “Les conquérants de l'archipel: l'Empire Latin de Constantinople, Venise et les premiers seigneurs des Cyclades”, Gh. Ortalli, G. Ravegnani, P. Schreiner (εκδ.), Quarta Crociata. Venezia - Bisanzio - Impero latino, Venezia 2005, 125-238.

A. Sfyroera, “Naxos, the largest Cycladic island with a single polis: A survey through ancient times”, E. Angliker – J. Tully (εκδ.), Cycladic Archaeology and Research: New approaches and discoveries, Oxford: Archaeopress Publishing Ltd, 2018, 325 – 338.

B. Slot, Archipelagus turbatus: les Cylades entre colonisation latine et occupation ottomane c. 1500-1718, Istanbul: Nederlands Historisch-Archaeologisch Instituut te Istanbul, 1982.

B. Slot, “Frankish Archipelagos”, Byzantinische Forschungen 16 (1991), 195 – 207.

A.K. Vionis, A Crusader, Ottoman and Early Modern Aegean Archaeology. Built Environment and Domestic Material Culture in the Medieval and Post-Medieval Cyclades, Greece (13th- 20th Century AD), Leiden: Leiden University Press 2012.

E.A. Zachariadou, Trade and crusade: Venetian Crete and the Emirates of Menteshe and Aydin (1300-1415), Bibliothèque de l'Institut hellénique d'études byzantines et post-byzantines de Venise, no 11, Venice: Istituto ellenico di studi bizantini e postbizantini di Venezia per tutti i paesi del mondo, 1983

Ημερομηνία 28/09/2023
Χρονική περίοδος Γεωμετρική εποχή - Βυζαντινή περίοδος -13ος αι. μ.Χ., Greek Dark Ages - Byzantine Period - 13th c. A.D.
Τοποθεσία Το Κάστρο της Χώρας Νάξου βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα του νησιού, επάνω στον χαμηλό λόφο που υψώνεται σε άμεση εγγύτητα με την θάλασσα.
Γλώσσα Ελληνικά, Αγγλικά
URL https://cycladiccastles.repository.gr/jsonitems/11781
Κάτοχος Δικαιωμάτων
Κατηγορία Οχυρωμένος οικισμός
Ηχητικά
Φωτογραφίες
Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb Gallery Thumb